ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟ ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΕΣΤΙΑΣΗ
Η εστίαση συνεπάγεται απαραίτητα κάποιο είδος συγκέντρωσης, και η συγκέντρωση βρίσκεται σε ένα επίπεδο που δεν είναι τόσο βαθύ όσο ο διαλογισμός. Στον διαλογισμό, υπερβαίνουμε την εστίαση ή τη συγκέντρωση, υπερβαίνουμε τον στοχασμό και τότε εισερχόμαστε στο πεδίο του διαλογισμού, όπου «απλώς είναι».
Όταν εστιάζουμε την προσοχή μας, συγκεκριμένοι μηχανισμοί του νου αρχίζουν να λειτουργούν. Μέσα σε αυτήν την ίδια τη διαδικασία της εστίασης ενεργοποιούμε το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου. Στη διαδικασία της εστίασης θα διαπιστώσετε ότι αναδύονται διάφορες αναλύσεις. Γίνονται λογικοποιήσεις, και πραγματοποιείται μία ζύγιση, ενώ στον διαλογισμό υπερβαίνουμε τη διαδικασία της ζύγισης ή της ανάλυσης.
Όταν αρχίζουμε να ζυγίζουμε, θέλουμε να δούμε τι είναι βαρύτερο και τι ελαφρύτερο. Έτσι, πρόκειται για μία ολοκληρωτικά διανοητική διαδικασία, η οποία θα οδηγήσει κάποιον στον στοχασμό. Ο στοχασμός είναι λογικός, και έχω συχνά πει ότι ο αληθινός στοχασμός είναι σαν να χύνεις λάδι από ένα δοχείο σε ένα άλλο σε μια αδιάκοπη ροή.
Όταν σκέφτεσαι, θα έχεις πάντοτε σκέψεις που δεν αφορούν το συγκεκριμένο αντικείμενο. Ο νους ξεγλιστρά σε άλλα θέματα, και μετά τον επαναφέρεις πίσω. Για παράδειγμα, αρχίζεις να διαβάζεις ένα βιβλίο, και ο νους θα σκεφτεί: «Τι θα μαγειρέψω για βραδινό απόψε;» Και τότε επαναφέρεις την προσοχή σου πίσω. Η εστίασή σου επιστρέφει στο βιβλίο.
Όταν διαλογίζεσαι, δεν απαιτείται καμία εστίαση. Αν στοχάζεσαι σωστά και επαρκώς, το κουδούνι της πόρτας θα χτυπήσει, θα είσαι σε εγρήγορση, θα πας να ανοίξεις την πόρτα και μετά θα καθίσεις πάλι να διαλογιστείς. Η ίδια διαδικασία τού να σηκωθείς και να ανοίξεις την πόρτα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του διαλογισμού σου.
Αν ο νους σου ήταν εστιασμένος σε κάτι, δεν θα άκουγες το κουδούνι. Τα αυτιά και τα εσωτερικά όργανα αντίληψης είναι εκεί, και όμως δεν θα άκουγες το κουδούνι, γιατί ο νους σου είναι εστιασμένος.
Ο ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΣ ΝΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΙΚΑΝΟΣ ΝΑ ΣΥΛΛΑΒΕΙ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ
Η εστίαση υπηρετεί τους σκοπούς της, αλλά όταν πρόκειται για τη συνείδηση, δεν είσαι συνειδητός της συνείδησής σου. Εσύ κι ο Χριστός έχετε την ίδια συνείδηση όπως και εγώ· η διαφορά είναι ότι εσύ δεν γνωρίζεις τι είναι η συνείδηση, γιατί η επίγνωσή σου είναι περιορισμένη. Με άλλα λόγια, ο πεπερασμένος νους, αυτό το μικρό τμήμα – ούτε καν το 10% του νου που χρησιμοποιείς – δεν μπορεί να συλλάβει το άπειρο. Το περιορισμένο είναι ανίκανο να δημιουργήσει με διανοητικές διαδικασίες εκείνο που είναι άπειρο, και η ολική συνείδηση είναι άπειρη.
Άρα, αν η λογικοποίηση ή οι λειτουργίες του νου δεν μπορούν να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο, τότε δεν μπορούμε να συλλάβουμε το όλο. Τότε, με τις λογικοποιήσεις μας, γινόμαστε κριτικοί, αρχίζουμε να κρίνουμε και να συγκρίνουμε.
ΔΙΑΚΡΙΝΩ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ
Ενσαρκωμένες υπάρξεις όπως ο Κρίσνα, ο Βούδας και ο Χριστός έχουν περιορισμούς, γιατί το ίδιο το γεγονός ότι η συνείδηση ενσαρκώνεται συνεπάγεται περιορισμούς, και σε ενσαρκωμένη μορφή δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει τέλειος άνθρωπος. Είναι αδύνατον. Γι’ αυτό διέκρινα ανάμεσα στον Ιησού και τον Χριστό.
Αν μελετήσουμε τη ζωή του Χριστού, θα τον βρούμε να κάνει διάφορα πράγματα στην ενσαρκωμένη του μορφή. Ήταν επιρρεπής σε μεγάλο θυμό. Ήταν παθιασμένος άνθρωπος και ήταν άνθρωπος γεμάτος αγάπη, αγαπούσε όπως αγαπά ένας άνθρωπος. Ως Ιησούς, η αγάπη του επίσης απαιτούσε ένα είδος ανταπόδοσης. Όταν βασανιζόταν και υφίστατο μαρτύρια, το συναισθηματικό του είναι αισθανόταν επίσης τα βασανιστήρια και τα μαρτύρια, και αυτό ήταν το πάθος για το οποίο μιλά η θεολογία. Η θεολογία μιλά για όλα αυτά τα βασανιστήρια και τα μαρτύρια σε ό,τι αφορά τον ενσαρκωμένο Ιησού. Αλλά ένα πράγμα είναι βέβαιο: αυτό που διαφοροποιεί εσένα κι εμένα από τον Ιησού είναι ότι εκείνος είχε αναπτύξει εκείνη την επίγνωση· είχε υπερβεί το 10% του συνειδητού νου και εμβάθυνε όλο και βαθύτερα στα πεδία του νου, που είναι καθολικός. Έχοντας εξερευνήσει όλες τις περιοχές των διαφόρων στρωμάτων του συνειδητού νου και όλα τα διάφορα στρώματα του υποσυνείδητου νου και φτάνοντας στο λεπτότερο, στο πιο εκλεπτυσμένο στρώμα της σχετικότητας, γνωστό ως υπερσυνείδητος νους, μπορούσε να συλλάβει, να αντιληφθεί και να κατανοήσει ολόκληρο το σύμπαν.
Εκεί λοιπόν έγκειται η διαφορά. Η δική μας οπτική είναι στενή, επειδή ο συνειδητός νους λειτουργεί μόνο ως όχημα, μέσω του οποίου τα ανώτερα στρώματα του υποσυνείδητου ρέουν μέσα του. Με άλλα λόγια, τα πρότυπα στα ανώτερα στρώματα του υποσυνείδητου νου εκφράζονται μέσω του συνειδητού νου. Γι’ αυτό έχετε διαφορετικά πρότυπα συμπεριφοράς, τα οποία εξαρτώνται από τον προγραμματισμό του νου του καθενός.
Ο διαλογισμός και οι πνευματικές πρακτικές έχουν σχεδιαστεί για να απαλλάσσουν τον άνθρωπο από τα προγράμματα, και τα προγράμματα αυτά είναι οι λεκέδες ή η βρωμιά στο τζάμι του παραθύρου. Οι πνευματικές πρακτικές βοηθούν να καθαριστεί το παράθυρο, ώστε βαθύτερα στρώματα του υποσυνείδητου νου να έρθουν στην επιφάνεια. Αυτή η βρωμιά ξεπλένεται μέχρι να φτάσουμε στο υπερσυνείδητο επίπεδο, το οποίο είναι το πλησιέστερο σε αυτό που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως το Απόλυτο, και η πλήρης δύναμη του Απόλυτου μπορεί να λάμψει μέσα μας. Όταν όμως η προσωπικότητα, το ενσαρκωμένο πρόσωπο, έχει φτάσει σε αυτό το επίπεδο, βρισκόμαστε πέρα από την περιοχή όπου μπορούμε να θέτουμε ερωτήματα σε έναν τέτοιο άνθρωπο, γιατί γίνεται ο ίδιος νόμος για τον εαυτό του. Έχει υπερβεί τον νόμο των αντιθέτων και των πολικοτήτων, έχει φέρει σε ενότητα τον εαυτό του, ολόκληρο το σύμπαν και το Απόλυτο, τον Πατέρα.
Αυτός ο μηχανισμός είναι ουσιώδης. Ο λόγος που ένας άνθρωπος γεννιέται με περιορισμένη συνείδηση ή επίγνωση και ένας άλλος με ευρύτερη επίγνωση δεν εξαρτάται μόνο από κληρονομικούς παράγοντες, αλλά πάει πολύ πιο πίσω, μέχρι τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης, του Big Bang, όπου όλα αυτά τα απειροελάχιστα σωματίδια, όλη αυτή η υπο-υπο-υποατομική ύλη εκτοξεύτηκαν με αυτήν την έκρηξη. Αυτή η ίδια η εκτόξευση, αυτή η ίδια η δύναμη είναι που συνιστά την εξέλιξη. Αυτό το μικροσκοπικό σωματίδιο μπορεί να διπλασιαστεί, να αναπαραχθεί και να ανταλλάξει μέρη με άλλα σωματίδια, ώστε να προκύψουν διάφορες μορφές ζωής σε αυτόν τον πλανήτη και παντού αλλού. Αλλά ας σκεφτούμε αυτόν τον πλανήτη, όπου η ζωή προχωρά από το ορυκτό στο φυτό, από το φυτό στο ζώο και στο βασίλειο του ανθρώπου.
ΤΟ ΕΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΜΟΝΟ ΝΑ ΒΙΩΘΕΙ
Δεν επιδιώκουμε τη σύγκριση ανάμεσα στον ενσαρκωμένο άνθρωπο ή τον γκουρού ή τον Χριστό ή τον Κρίσνα ή τον Βούδα. Δεν επιδιώκουμε συγκρίσεις, γιατί δεν έχουμε κανένα μέτρο σύγκρισης. Δεν έχουμε απολύτως κανένα μέτρο σύγκρισης. Ό,τι έχετε ακούσει για τον Βούδα και τον Χριστό είναι τώρα για σας κάτι σαν ακουσμένη πληροφορία, όχι εμπειρία, και ο μεγαλύτερος δάσκαλος της ζωής είναι η εμπειρία, εκεί όπου μπορείς να βιώσεις κάτι. Μπορείς να πάρεις μέλι και να το στείλεις σε διάφορα εργαστήρια, και θα το αναλύσουν για σένα. Θα ανακαλύψουν από τι αποτελείται το μέλι και από ποιο λουλούδι ή από ποιο μείγμα λουλουδιών προήλθε αυτό το νέκταρ. Αλλά οι επιστήμονες ή τα εργαστήρια δεν μπορούν να εξηγήσουν τη γλυκύτητα. Άρα, η γλυκύτητα είναι εμπειρία. Μπορώ να βιώσω αυτήν την ολότητα της ύπαρξης μέσα στο μυρμήγκι που σέρνεται στο πάτωμα. Και το μυρμήγκι έχει μέσα του την ολική συνείδηση, απλώς είναι ανεκδήλωτη. Όταν όμως εγώ συνδυάζω τη συνείδησή μου με τη συνείδηση του μυρμηγκιού, τότε γίνομαι το μυρμήγκι, γιατί βιώνω το μυρμήγκι.
Άρα, όλα εξαρτώνται από εμάς και το πόσο έχει ξεδιπλωθεί η επίγνωσή μας. Θυμηθείτε τη λέξη «ξεδιπλωθεί», όχι «επεκταθεί», γιατί ο άνθρωπος γεννιέται με όλα αυτά μέσα του. Η επίγνωση ολόκληρου του σύμπαντος βρίσκεται μέσα του. Η ολότητα της Θεότητας βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο, άρα δεν υπάρχει τίποτα να ψάξει κανείς έξω. Ο διαλογισμός και οι πνευματικές πρακτικές σε οδηγούν στο σημείο του απλώς να είσαι. Το «να είσαι απλώς» είναι πολύ δύσκολο να κατανοηθεί. Η διαδικασία που ασκούν πολλοί είναι το «γίγνεσθαι», όχι το «είναι». Όμως αυτό το γίγνεσθαι είναι επίσης βοηθητικό, γιατί μέσω του γίγνεσθαι μπορεί κανείς να βιώσει το είναι, και τότε θα πεις: «Γιαχβέ, Εγώ Είμαι.» Αυτή η «εγώ-είμαι-νότης» δεν μπορεί ποτέ να αναλυθεί. Δεν υπάρχει τίποτα με το οποίο να συγκριθεί το Ένα. Το Ένα μπορεί μόνο να βιωθεί.
ΣΥΝΔΥΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΓΙΑ ΝΑ ΦΕΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Όταν διακρίνουμε ανάμεσα στον ενσαρκωμένο άνθρωπο, στον φωτισμένο γκουρού, τον Χριστό ή τον Κρίσνα, τότε χωρίζουμε. Χωρίζουμε τον άνθρωπο από τον γκουρού και τον γκουρού από τον Χριστό. Τους διαχωρίζουμε, και για τον συνειδητό μας νου αυτό είναι μια δήθεν λογική διαδικασία, μέσα στην οποία επιδιδόμαστε σε κάθε λογής δυαδικότητες. Όταν υπάρχει δυαδικότητα, αρχίζει η τριβή, γιατί, όπως λένε, για τανγκό χρειάζονται δύο. Εκεί αρχίζει η τριβή.
Για να βρούμε τη ενότητα όλων όσων υπάρχουν, πρέπει να βιώσουμε αυτήν την ενότητα. Η δυαδικότητα είναι ένας από τους δρόμους, και οι περισσότερες θεολογίες του κόσμου στηρίζονται σήμερα στον δυϊσμό, κάτι που επίσης έχει τον σκοπό του. Δεν βλέπω τίποτα λάθος σε τίποτα ούτε σε καμία θεολογία. Δυϊσμός σημαίνει ότι εσύ κι εγώ είμαστε χωριστά, και αυτή η χωριστότητα είναι απαραίτητη για να αναπτυχθεί η αγάπη και η αφοσίωση. Θα την ονομάζαμε μπάκτι ή μπάκτι γιόγκα.
Καθώς προχωρά κανείς στο μονοπάτι της εξέλιξης, δεν λέει πια «Είμαι χωριστός από σένα», αλλά «Είμαι μέρος σου». Αυτή είναι η «ποιοτική μη-δυαδικότητα» (qualified non-dualism). Αλλά ούτε αυτό είναι το τέλος. Προχωράς ακόμη περισσότερο και λες: «Εσύ κι εγώ είμαστε ένα», όπου συμβαίνει μια συγχώνευση. Υπάρχει μόνο μία συνείδηση, όχι σε σωματικό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο συνείδησης. Υπάρχει αυτή η μία απέραντη θάλασσα με χιλιάδες χιλιάδες κύματα, τα οποία φαίνονται σαν να είναι χωριστά το ένα από το άλλο – ένα μεγάλο κύμα, ένα μικρό κύμα, ένα μεσαίο κύμα. Αλλά, μιλώντας, ποιος μπορεί να χωρίσει το κύμα από τη θάλασσα; Γιατί το κύμα είναι η θάλασσα και η θάλασσα είναι το κύμα. Αν περιοριστούμε μόνο στο να παρατηρούμε το κύμα, θα παραμείνουμε στο επιφανειακό επίπεδο και θα αρχίσουμε να αναλύουμε τον Κρίσνα με τις 1400 γκόπις του. Μετά θα αρχίσουμε να αναλύουμε τον Βούδα με τις ακραίες ασκήσεις του και τις έντονες απολαύσεις της ζωής, όταν ζούσε στον Κήπο της Αμπραπαλί, της εταίρας. Τότε εκείνος βρήκε έναν δρόμο, που ήταν ο μέσος δρόμος. Να έχουμε και τα δύο. Κι αυτό ακριβώς κάνουμε μέσα από τις διαλογιστικές μας πρακτικές: επιτρέπουμε στο Απόλυτο και στο σχετικό να ενωθούν. Γιατί αυτό φέρνει την πληρότητα της ζωής. Διαφορετικά, θα υπάρχει ανισορροπία.
ΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΑΠΟΒΛΕΠΟΥΝ ΣΤΟ ΝΑ ΦΕΡΟΥΝ ΦΩΣ ΣΤΗ ΖΩΗ
Καθώς διαλογιζόμαστε και κάνουμε τις πνευματικές μας πρακτικές, αντλούμε από τα βαθιά κάτω, από τη Βασιλεία των Ουρανών που βρίσκεται μέσα μας, και ανασύρουμε αυτές τις ενέργειες, οι οποίες αρχίζουν να διαπερνούν τον νου, φέρνοντάς του μεγαλύτερη γαλήνη. Ο νους δεν είναι τίποτα άλλο παρά σκέψεις, και οι μορφές σκέψης βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, προσπαθώντας συνεχώς να ισορροπήσουν, για να βιώσουν την ειρήνη. Αλλά αν χρησιμοποιήσεις τον νου για να ελέγξεις τον νου, δεν μπορείς να το κάνεις· πολεμάς τον νου με τον νου. Πολεμάς την ταραχή με ταραχή, και αυτό απλώς δεν λειτουργεί. Πρέπει να εισαχθεί ένας άλλος παράγοντας, ο οποίος θα βοηθήσει να ηρεμήσει ο νους.
Ο νους δεν είναι τίποτα άλλο από σκέψεις ή εντυπώσεις εμπειριών που έχουμε αποκτήσει, και αυτές οι εμπειρίες, αυτές οι εντυπώσεις δεν μπορούν να εξαλειφθούν, αλλά μπορούν να αποβληθούν, να αποτιναχθούν. Το δέντρο μπορεί να κλαδευτεί, και καθώς αυτό συμβαίνει, καθώς γίνεται όλο και περισσότερο κλάδεμα, δημιουργείται ολοένα και μεγαλύτερη ισορροπία ανάμεσα στις γκούνας – ράτζας, τάμας και σάττβα – και όσο πιο ήρεμος γίνεται ο νους. Είναι σαν μια λίμνη: αν την ταράξεις, θα πάρεις μια παραμορφωμένη αντανάκλαση του ήλιου, αλλά αν είναι ακίνητη, θα δεις την αντανάκλαση του ήλιου όπως ακριβώς πρέπει να φαίνεται.
Μέσα από διαλογιστικές πρακτικές, φέρνουμε αυτήν την ισορροπία στον νου. Φέρνουμε ισορροπία στις εντυπώσεις του νου, οι οποίες αποτελούν τον ίδιο τον νου, και αυτές οι εντυπώσεις έχουν τρία χαρακτηριστικά: τάμας, που είναι η αδράνεια, ράτζας, που είναι η ενεργητική δύναμη, όπως θα ξέρετε, και σάττβα, η δύναμη του φωτός. Μέσα από τις πνευματικές πρακτικές επιτρέπουμε στο φως να καλύψει το σκοτάδι. Δεν ξεφορτωνόμαστε το σκοτάδι, αλλά το φως γίνεται κυρίαρχο. Η ενεργητική δύναμη του ράτζας προσπαθεί πάντοτε να φέρει το τάμας – την αδράνεια ή το σκοτάδι – και το φως μαζί. Αυτή είναι η πρωταρχική του δουλειά, το πρωταρχικό του καθήκον. Και όταν τα φέρει μαζί, και το φως υπερκαλύψει τις σκιές, τότε το ράτζας πάει να ξεκουραστεί. Στην ισορροπία που δημιουργείται από την ανάμειξη του σάττβα με το τάμας, θα φαινόταν πως το σκοτάδι εξαφανίστηκε· στην πραγματικότητα, είναι ακόμα εκεί, αλλά έχει τεθεί υπό έλεγχο από τις δυνάμεις του φωτός.
Εδώ ο υπερσυνείδητος νους αρχίζει να κυριαρχεί, καθώς βρίσκεται πιο κοντά στο λεπτότερο επίπεδο της σχετικότητας και έχει τον μεγαλύτερο βαθμό διαύγειας, επιτρέποντας στο φως του Απόλυτου να λάμψει με ολοένα μεγαλύτερη δύναμη. Δεν ξεφορτωθήκατε το σκοτάδι, αλλά το καλύψατε. Έχετε συγχωνεύσει το σκοτάδι μέσα στο φως. Αν ανάψουμε τα φώτα αυτής της αίθουσας, έχουμε απομακρύνει το σκοτάδι. Σβήστε τα, και το σκοτάδι είναι εδώ. Και όταν υπάρχει σκοτάδι, ανάψτε το φως, και το φως είναι πάλι εδώ.
Έτσι, οι πνευματικές πρακτικές έχουν ως στόχο να φέρουν αυτό το φως στη ζωή.
ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Ο Ιησούς επίσης ήταν ένας μεγάλος γκουρού. Τι θα κοιτάξουμε; Θα κοιτάξουμε τον άνθρωπο Ιησού ή τη συνείδηση; Ο Ιησούς συναναστρεφόταν με τελώνες, Φαρισαίους και όποιον άλλο. Θα κοιτάξουμε τον άνθρωπο ή τη συνείδηση που είναι τόσο αφυπνισμένη μέσα σ’ αυτόν τον άνθρωπο; Αυτή τη συνείδηση, που εμείς δεν έχουμε! Έχει σημασία ο Ιησούς για εμάς σήμερα, είτε ήταν ιστορικό πρόσωπο είτε όχι; Υπάρχουν διαμάχες γι’ αυτό. Εμάς μας ενδιαφέρουν οι διδασκαλίες του, οι οποίες μπορούν να προέλθουν μόνο από ένα πολύ υψηλό επίπεδο συνείδησης. Γι’ αυτό έχουν τόσο μεγάλη δύναμη. Γι’ αυτό ακόμη και οι διδασκαλίες του Κρίσνα – ο Κρίσνα έζησε πριν από περίπου 5000 χρόνια – οι διδασκαλίες του, όπως και οι διδασκαλίες του Χριστού, είναι ακόμη ζωντανές σήμερα, όπως ήταν και τότε. Σήμερα, με έναν λίγο πιο «εκλεπτυσμένο» νου – όχι πιο εξελιγμένο, αλλά πιο κοσμικό – ίσως μπορούμε να συλλάβουμε βαθύτερα νοήματα από αυτά που δίδαξε ο Ιησούς. Εκείνες τις εποχές, δεν δίδασκε για τον «εκλεπτυσμένο» νου. Οδηγούσε γύρω του χωρικούς, και ανάμεσα στους στενούς του μαθητές υπήρχε μόνο ένας μορφωμένος, ο Ιούδας. Οι υπόλοιποι ήταν ψαράδες και πολύ απλοί άνθρωποι.
Και αυτό δείχνει επίσης τη μικρή σημασία του νου. Σ’ αυτήν την τεχνολογική εποχή ο άνθρωπος συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο στον νου, νου, νου. Διανοητική ανάπτυξη. Αυτό έχει τη χρησιμότητά του, αλλά αυτό το όργανο, ο νους, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για καταστροφικούς σκοπούς, και αυτό το έχουμε δει με όλες αυτές τις διάφορες βόμβες υδρογόνου, τους βιολογικούς πολέμους, τις νετρονικές βόμβες και κάθε είδους όπλα. Έχουμε δει πόσο καταστροφική μπορεί να γίνει η ανάπτυξη του νου.
Άρα, αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι το άνοιγμα της Καρδιάς, του πυρήνα της ανθρώπινης προσωπικότητας, όπου κατοικεί αυτή η Θεότητα, αυτός ο προσωπικός Θεός που μπορούμε να ονομάσουμε αγάπη. Όταν ο νους και η Καρδιά μπορούν να λειτουργούν σε σύμπνοια, όταν ο νους συγχωνεύεται με την Καρδιά και η Καρδιά συγχωνεύεται με τον νου, τότε η τεχνολογική πρόοδος θα χρησιμοποιείται πάντοτε εποικοδομητικά. Και αυτό είναι που χρειάζεται ο κόσμος σήμερα. Ο νους αναζητούσε επί πολύ καιρό προς τα έξω. Αλλά είναι κάτι το τέλειο να ξέρουμε ότι τώρα στρέφεται προς τα μέσα για να βρει τις απαντήσεις της ζωής, γιατί η εξωτερική αναζήτηση έχει αποτύχει. Κι όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει κανείς να ξεκινήσει απ’ έξω, όπου υπάρχει υποκείμενο και αντικείμενο, μέχρι να φτάσει στην περιοχή όπου δεν υπάρχει ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο· έχουν συγχωνευθεί. Και εκεί βρίσκεται η αληθινή συνείδηση.
ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΣ ΤΗ ΘΕΟΤΗΤΑ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΗ ΘΕΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ
Δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίσουμε τη συνείδηση του Ιησού κοιτάζοντας τον Ιησού. Δεν μπορείς ποτέ να δεις τη συνείδηση του Βούδα ή του Κρίσνα κοιτάζοντας τον άνθρωπο. Γιατί, ως ενσαρκωμένος, όσο κι αν έχει εξελιχθεί, θα έχει ακόμη μια ίχνη εγώ, το οποίο του δίνει ατομικότητα. Χωρίς αυτήν την ατομικότητα δεν μπορεί να επιτελέσει καμία βιολογική λειτουργία. Δεν θα μπορούσε να φάει, να κοιμηθεί ή να πιει νερό. Τίποτα από αυτά δεν θα ήταν δυνατό. Ωστόσο, μέσω των διδασκαλιών του, θα μπορούσε, σαν μέσα από μια χοάνη, να φέρει κάτω αυτήν τη συνείδηση σε ένα επίπεδο όπου ο άνθρωπος μπορεί να τον καταλάβει, και αυτή η κατανόηση δεν εξαρτάται από εκείνον, τον δότη, αλλά από τον δέκτη. Η επίγνωσή σου μπορεί να σου πει για τον άνθρωπο ή για τη συνείδησή του. Γι’ αυτό έχει ειπωθεί: «Μη κρίνετε, για να μην κριθείτε.» Γιατί δεν είστε ικανοί να κρίνετε, αλλά είστε ικανοί να αποδέχεστε.
Αλλά επειδή δεν μπορείτε να γνωρίσετε την προσωπικότητα αυτού του ανθρώπου, αποδέχεστε μόνο την αντανάκλαση των δικών σας νοητικών διεργασιών. Αυτό σημαίνει μη-αποδοχή. Ό,τι βλέπετε στον άλλον είναι το προϊόν της προβολής των δικών σας σκέψεων.
Έτσι, με κάθε δυνατό τρόπο, είμαστε διαρκώς απασχολημένοι με το να προβάλλουμε τις νοητικές μας διεργασίες πάνω στον άλλον. Γιατί κανείς δεν είναι καλός και κανείς δεν είναι κακός, αν κατανοήσουμε τον πυρήνα της προσωπικότητάς του και τη Θεότητα μέσα του. Συνειδητοποιούμε αυτή τη Θεότητα βρίσκοντας πρώτα αυτήν τη Θεότητα μέσα σε εμάς. Τότε μόνο μπορούμε να γνωρίσουμε τη Θεότητα στον άλλον. Μπορούμε να δούμε την κορυφή ενός κτιρίου 15 ορόφων μόνο αν στεκόμαστε πάνω σε ένα άλλο κτίριο 15 ή 16 ορόφων. Αν όμως στεκόμαστε στον δρόμο, δεν μπορούμε να έχουμε ιδέα για το τι υπάρχει στην κορυφή του άλλου πύργου. Θα δούμε μόνο από μια ορισμένη οπτική γωνία, η οποία μπορεί να είναι παραμορφωμένη. Όταν ήμουν στη Νέα Υόρκη, στεκόμουν στον δρόμο και κοιτούσα αυτά τα ψηλά κτίρια, και όλα μου φαίνονταν τόσο λοξά, σαν να ήταν έτοιμα να πέσουν. Όταν όμως ανέβηκα σε ένα άλλο ψηλότερο κτίριο, όταν ανέβηκα στο Empire State Building και κοίταξα, φάνταζαν πολύ σταθερά.
ΠΩΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΗ ΘΕΟΤΗΤΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ;
Έτσι, βρίσκοντας τη Θεότητα μέσα μας θα μπορέσουμε να δούμε τη Θεότητα και στους άλλους, και τότε καταλαβαίνουμε το νόημα του «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Πετάξτε ολόκληρη τη Βίβλο, πετάξτε τις βουδιστικές γραφές, πετάξτε τη Γκίτα, πετάξτε όλες τις θεολογίες, αν ο άνθρωπος μπορούσε μόνο να καταλάβει πραγματικά το νόημα του «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Γιατί ο πλησίον σου είναι ο εαυτός σου. Δεν είναι χωριστός από σένα. Δεν είναι καν μέρος σου. Είναι εσύ. Πώς λοιπόν μπορείς να μισείς τον εαυτό σου; Αυτό είναι το μυστικό της ζωής. Αυτό είναι το μυστικό του να διαλυθείς μέσα σ’ εκείνη τη Θεότητα. Έτσι φέρνουμε την αφηρημένη Θεότητα στην συγκεκριμένη της αξία, εκτιμούμε την απτή της αξία και αγαπάμε την απτή της αξία, όχι γι’ αυτό που είναι το άτομο εξωτερικά, όχι για την εξωτερικότητα του ανθρώπου, αλλά για την εσωτερικότητά του. Έτσι αγαπάς για χάρη της αγάπης.
… Γκουρουράτζ Ανάντα Γιόγκι: Satsang ΗΠΑ 1980 – 15



